Αναρτήσεις

Η ζωή και ο θάνατος ενός άρρενος σώματος

Ήταν ηλιόλουστο το απόγευμα εκείνο. Ιούνιος. Ο καλοκαιρινός ήλιος εισέβαλε με θράσος από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες του ρετιρέ. Έβαφε κίτρινο τον τοίχο με τις παλιές γκραβούρες. Δίπλα απλωνόταν η βιβλιοθήκη του, σφίγγοντας στα ράφια της βιβλία κάθε μεγέθους. Μεγάλους δερματόδετους τόμους, μικρότερους δερματόδετους τόμους, συγγράμματα, όλα τα τεύχη του “Νομικού Βήματος” -στο οποίο ακόμη πλήρωνε τη συνδρομή- και άπειρα μικρά βιβλιαράκια σφηνωμένα σε κάθε ελεύθερο χώρο που απέμενε ανάμεσά τους. Κάποια ξεχείλιζαν προς το πάτωμα και προς τα διπλανά έπιπλα λες και ήταν ένας ζωντανός οργανισμός που αναπτύσσεται σιωπηλά και σταθερά. Ένα αναρριχητικό φυτό από φύλλα χαρτοπολτού που εξακολουθούσε να ζει μεταλλαγμένο. Πάντα της άρεσε αυτό το σπίτι. Ευρύχωρο και ηλιόλουστο. Το είχε εγκαταλείψει με πόνο, όταν, γυρίζοντας απρόοπτα από ένα της ταξίδι στο Παρίσι, τον έπιασε εμμανώς παραδομένο στην κλινοπάλη με τη νεαρή γραμματέα του. Έφυγε. Χάραξε   άλλο δρόμο στη ζωή της. Παράλληλο. Ο Μ...

Το (γ)ράψιμο

“Το (γ)ράψιμο” ΘΑ ΣΕ ξεχάσω σύντομα, αγάπη μου γλυκειά, γι᾽ αυτό θα σε ντύσω με λόγια γραμμένα, ραμμένα με κλωστή από την καρδιά. Σε ύφασμα πολύτιμο καρφιτσωμένα. Προτού ξεχάσω, ή πεθάνω, ή πάω παραπέρα, θα κόβω, θα ράβω, θα σβήνω, θα γράφω, ακούραστα, νύχτα και μέρα. Ρούχο να παραδώσω στον τυπογράφο. Θα σε ξεχάσω, όπως είπα, όμως όσο θα μένω, ξάγρυπνα θα κρατάω ψαλίδια και βελόνια, να μην κρατήσω το στόμα μου ραμμένο. Ψεύτικη τσέπη σε παντελόνια. Θα σου τάξω τον όρκο μου τον πιο λατρεμένο , πουκάμισο σωσίβιο να φοράς,   με κουμπιά γερά στερεωμένο. Μαγνήτης σε καρφίτσες της χαράς. Τρυπιέμαι που ράβω χωρίς δαχτυλήθρα, μελάνι λεκιάζει το άσπρο χαρτί, κεντώντας τις λέξεις ρανίδα ρανίδα. Μετράω, να βγούνε οι πόντοι σωστοί. Αλήθεια, η αγάπη θα ήθελα να ζούσε πιο πολύ , κι εγώ στο (γ)ράψιμο να ήμουν πιο καλή. Δεν έμαθα να παίρνω· μόνο να δίνω. Δεν έμαθα να γράφω· μόνο να σβήνω. Συνομιλία με το Sonnet IV της Edna St. Vi...

ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Ταπεινός Παράδεισος […] οἷσθ᾽ ὃτι ποίησίς ἐστί τι πολύ• Πλάτων, Συμπόσιον , 205b8 “Είπες πως είναι κάτι παρόμοιο. Πως κάθε δημιουργία είναι ποίηση”. Μα εγώ δε σε πίστεψα, Διοτίμα.   Τρυπούσε το μυαλό μου ένα ψέμα που με βοηθούσε να ζω. Μετρούσα τις λέξεις, στήνοντας το αυτί μου στην κρυφή τους μουσική. Έλεγα πως δεν υπάρχει άλλος έρωτας σαν τον δικό μου• έρωτας που σου χτυπάει ρυθμικά το μυαλό τα μεσάνυχτα. Έλεγα πως μόνο ο ποιητής έχει το δικαίωμα να γεννάει από το τίποτα. Άλλος κανείς. Κι όμως, τώρα βλέπω μπροστά μου ζωγραφισμένη τη γυναικεία σοφία σου.   Βλέπω να ανθίζει μέσ᾽ στο χειμώνα ένας μαύρος κάμπος, να γεμίζει με άνθη πυροτεχνήματα και φύλλα σκουροπράσινα. Ασάλευτα βουνά πρασινίζουν, ποτάμια κυλούν ανάμεσα σε βαθιά χωράφια, ελάφια στέκονται άφοβα, πολύχρωμα πουλιά… Ένας παράδεισος ταπεινός κάτω από τα πόδια μου. Ιστορεί μιαν άλλη Άνοιξη που αντιπαλεύει, χαμογελώντας, τα ανωφέλητα χτυπήματα των Χειμώνων,   ...

PEASANT ART

Εικόνα
Έργα χειρών, έργα τέχνης Ιστορίες δεν αφηγούνται μόνο τα λόγια. Αφηγούνται και τα έργα. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Πολύχρωμο φόντο για γεγονότα σταθμούς στην πορεία της   ζωής. Η γέννηση, ο γάμος, ο καθημερινός μόχθος, η χαρά και ο πόνος. Υπάρχει για όλα το κατάλληλο “ένδυμα”. Μαντανίες, κουποτά σεντόνια, κοφτά ασπρόρουχα, κοπανέλια, δαντέλες, ριζοβελονιές, ανεβατά κεντητά… Τεχνικές και σχέδια που έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαιότητα. Αντικείμενα που κραυγάζουν την αγάπη για τη ζωή, ακόμα και σε συνθήκες πιεστικές και εποχές δύσκολες. Υφές που μαρτυρούν τη δεξιοτεχνία και το μεράκι. Αποχρώσεις που μεταφέρουν τον απόηχο από το τραγούδι των κοριτσιών: Το κέντημα είναι γλέντημα, η ρόκα είναι σεργιάνι μα αυτός ο έρμος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη… Εργόχειρα . Έργα χειρών. Έργα τέχνης. Έργα σαν αυτά φέρουν τη σφραγίδα της κλίμακας αξιών που χαρακτηρίζει την Ελληνική κοινωνία και αποτυπώνουν τη δύναμη που έχει το αίσθημα της κοινότητας. Απλά, ανεπιτήδευτα, αυθεντικ...

SPLEEN...

Εικόνα
Spleen Δεν ήθελε να τον κερδίσει εκείνον τον αγώνα! Δεν κουράστηκε να προσπαθεί. Ούτε απελπίστηκε να περιμένει. Όχι. Είχε μεγάλα αποθέματα δύναμης και υπομονής. Αλλά, αισθάνθηκε μέσα της την απόλυτη παρουσία του Κακού να της δηλητηριάζει την ψυχή και να τη σπρώχνει σε μια απύθμενη άβυσσο. Έπρεπε να επιλέξει. Ή θα έπεφτε στην άβυσσο ή θα έκανε πίσω. Ημίκακη δεν μπορούσε να είναι -δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από το να είναι κανείς στη μέση. Ποτέ δεν της άρεσαν τα ημί… Τον κοίταξε ξανά με εκείνο το σκοτεινό της βλέμμα, μέσα στην αλήθεια του. Δεν ήταν μόνος. Δεν ήταν ξεκομμένος. Ανήκε σε έναν άλλο κόσμο.   Αν τον κέρδιζε, θα έχανε τον εαυτό της. Αφοπλίστηκε. Σαν τον κυνηγό, που έχει το θήραμα ολοκάθαρα στο στόχο του, αλλά το αφήνει να φύγει. Το βλέπει μέσα στο φυσικό του χώρο, όμορφο, ζωντανό, ευτυχισμένο. Το θαυμάζει. Το λυπάται. Μπαίνει στη θέση του. Και πετάει το όπλο.  

Ο "ΚΥΚΛΟΣ" ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ

Εικόνα
Ίχνη από τον “κύκλο” των Κυκλάδων Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, όπως δηλώνει με απλό και σαφή τρόπο ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος. Και συνεχίζει: Μερικοί κάτι βλέπουν και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν . Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε, ψάχνουνε για το κλειδί, φτιάχνουν αντικλείδια, προσπαθούν. Μάταια. Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ. Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια. (Τα Αντικλείδια, 1988) Υπάρχουν τόποι που μας αγγίζουν βαθιά. Είναι τόποι ιεροί. Πλησιάζουν την περιοχή της Ιδέας. Οι Κυκλάδες είναι ένας τέτοιος τόπος. Ένας τόπος” της καρδιάς. Ιδανικές ερωμένες. Μαγεύουν. Προκαλούν τα μάτια να βουτήξουν στα χρώματά τους, το νου να μαθητεύσει στη γεωμετρία τους, την ψυχή να σπουδάσει στην απλότητά τους. Είναι μια “πόρτα” ανοιχτή. Όλοι κοιτάζουν μέσα. Κάποιοι πλησιάζουν περισσότερο. Η πόρτα τότε κλείνει ερμητικά. Το κλειδί χαμένο.   Εραστές σε δοκιμασία οι φωτογράφοι. Περιπλανώνται. Βλέπουν. Περιμένουν την κατάλ...

ΟΡΚΟΙ ΣΙΩΠΗΣ

Εικόνα
Είχε την απόλυτη βεβαιότητα πως δε θα ξεχνούσε ποτέ. “Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει κανείς κάτι τέτοιο;” Κι όμως, ξέχασε εντελώς. Μόνο το γεγονός, όχι τα συναισθήματα. Έσκαψε ένα πηγάδι. Κρύφτηκε. Έδινε όρκους σιωπής και τους έσπαγε δύσκολα. Όλοι έλεγαν για εκείνη, “δύσκολη περίπτωση!” Απέφευγε τα αγγίγματα και τα χαμόγελα. Έμεινε στο πηγάδι για καιρό. Της άρεσε. Ξέχασε πως το έφτιαξε μόνη της. Αναρωτιόταν συχνά   πως βρέθηκε εκεί μέσα. Ήξερε πως δεν ήταν φτιαγμένη να κατοικεί σε πηγάδια. Ούτε εκ περιτροπής. Κάποιες φορές, αποφάσιζε να αναδυθεί προς την επιφάνεια. Γλυστρούσε. Κι όταν κατάφερε τελικά να βγει, δεν απομακρύνθηκε πολύ από την περίμετρο του πηγαδιού. Πάντα την καλούσε η σκοτεινή του γοητεία. Άρχισε να μπαινοβγαίνει. Σταθερότης μηδέν!   Ένιωθε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Απελπίστηκε. Και τότε, βγήκε από μέσα της μια κραυγή. Συντονίστηκε όλη της η ύπαρξη. Θυμήθηκε. Κι άρχισε να διηγείται φωναχτά την ιστορία της. Στο όνομα των σιωπηλών κακοποιημένων κοριτ...