Αναρτήσεις

  Η μάνα μου τραγουδάει υπέροχα. Η γιαγιά μου πέθανε στο κρεβάτι της εκατό χρονών, «και δύο το λάθος» -όπως συνήθιζε να λέει- εκατόν δύο. Μοδίστρα ήτανε, χήρα με μια μοναχοκόρη. Είχε μαγαζί στο κέντρο του Πύργου. Μικρή πήγαινα εκεί τα απογεύματα και με μάθαινε να ράβω κουμπιά, αλλά μέχρις εκεί. «Εγώ θα ράψω κι εσύ θα γράψεις» με μάλωνε.   Έραβε τα πάντα: πουκάμισα, ασπρόρουχα και σάββανα. Είχε (γ)ράψει και τα δικά της: «Εδό ίνε τα Νεκρηκά μου. Τα βρήκαμε στη ντουλάπα. Τη ντύσαμε οι δυο μας αμίλητες.   Έσκυψα στη μηχανή κι έκανα δήθεν πώς γαζώνω. Η βελόνα κουνήθηκε πάνω κάτω γοργά. Τρύπησε τον ασκό του πόνου κι άκουσα τότε πίσω μου έναν ψαλμό πονεμένο, από μια φωνή βαθιά και καθαρή που κένταγε στο σεντόνι της σιωπής λόγια για την αγάπη, για την απώλεια, για την ευγνωμοσύνη.   «Μάνα μου, καλομάνα μου. Ξύπνα, καλή μου μάνα. Να δεις την κόρη να κεντά, την εγγονή να ράβει».    

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΠΤΗΣΗ

Ο έρωτας μας ξεγέλασε,   αγαπητή Κική Πίστευα κι εγώ   όπως κι εσύ   -πολύ ωραία- το έγραψες ότι είναι ουσιαστικό Αλλά είναι ρήμα Μια λέξη αιχμάλωτη στο χρόνο Ο Ενεστώτας του ένα κομμάτι καθαρού άγχους, που μπορεί να είναι ταυτόχρονα και «τότε», Παρατατικός δηλαδή. Μέλλοντα δεν έχει Μετεωρίζεται   ανάμεσα   στον Ενεστώτα της επιθυμίας και στον Παρατατικό της φαντασίωσης Ξανά και ξανά Και πάλι από την αρχή σαν αντίλαλος   Ταξιδεύει από το σήμερα στο χθες και εύχεται να ᾽ναι μακρύς ο δρόμος. Πετάει αντίστροφα στο χρόνο Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί Μα δε φτάνει πουθενά Αρνείται να κλιθεί Δεν αλλάζει Επιμένει Μας αλλάζει Μένουμε κι εμείς στο «τώρα» Η ψυχή μας   φτεροκοπά μανιασμένα, βουτώντας στο «χθες» Μια πτήση γλυκόπικρη Και -για λίγο- γινόμαστε αυτό   που προορίζεται να είμαστε: Αθάνατοι

Σπασμένο τζάμι

Σπασμένο τζάμι Η άνοιξη έφτασε και φέτος γελοία σαν ερωτική επιστολή, στολισμένη και θορυβώδης σαν αυτοκίνητο, που φέρνει τη νύφη. Τρυπά με ορμή το τσόφλι του χειμώνα. Κάποιος χτυπάει το παράθυρο με αμήχανα, ρυθμικά ντεσιμπέλ… Τρύπωσε επιδέξια κιόλας το χελιδόνι, που νοικιάζει   το σκοτεινό μου δωμάτιο. Κάτι ξέρω που αρνούμαι να επιδιορθώσω το σπασμένο τζάμι.

Το “La Famille Express”, το “Παναγιώτης” , εγώ και άλλα ναυάγια

Το “ La Famille Express ”, το “ Παναγιώτης ” , εγώ και άλλα ναυάγια Οι πιο πολλοί θα σκέφτονται: “Τι κρίμα! Τόσο ωραία σκαριά!” Είχαμε φτιαχτεί για μεγάλα ταξίδια, πράγματι.   Ευρύχωρα αμπάρια, για μεταφορές. Πήγαμε και ήρθαμε αρκετές φορές με επιτυχία. Μεγάλα ταξίδια, βέβαια, δεν κάναμε ποτέ. Κάτι λίγα αποκομίσαμε. Κι όταν, επιτέλους, ήρθε η ευκαιρία να ταξιδέψουμε μακριά και γεννήθηκε η ελπίδα για τα μεγάλα κέρδη, μείναμε ασάλευτα, δεμένα από τις άγκυρες της φύσης και της ανάγκης (οι νόμοι τους έχουν καθολική ισχύ) Αντί να σκίζουμε τα μαύρα νερά των ωκεανών, βουλιάζουμε σε ακτές και ταπεινά αραξοβόλια, Τα σωθικά μας, λεηλατημένα από καθετί πολύτιμο κατοικήθηκαν από αχινούς “Μην αγγίζετε” Η πλώρη μας, αφυδατωμένη από τον ήλιο και τον άνεμο διψάει για κύμα και περιπέτεια. Τα κατάρτια μας, μαραμένα   δακρύζουν σε κάθε καταιγίδα. Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι που θαυμάζουν την ακινησία μας, έτσι ωραία που σαπίζουμε ...

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΑΥΤΟΥ

Σήμερα έχω γεννέθλια! Το νέο μεταδόθηκε ταχύτατα σε όλον τον κόσμο! Όπως ταιριάζει σε μία από τα τόσα εκατομμύρια πριγκίπισσες! Φόρεσα το καλό μου χαμόγελο -από τη γωνία λήψης που κρύβει τα ελαττώματα και δεν αφήνει να φαίνονται οι ρυτίδες. Αλλά τι σημασία έχει; Όλοι ξέρουν την ηλικία και τις πομπές μου. Εδώ και πολύ καιρό, σταμάτησα να τα κρύβω κάτω από το χαλάκι. Λένε ότι είναι αγαθόν το εξομολογείσθαι. -αλλά δεν είναι λίγο ύποπτο να εξομολογείσαι από το πρωί ως το βράδυ; Άνοιξα διάπλατα το σπίτι μου• σάλα-τραπεζαρία ένα. Ουδέν κρυπτόν.   Έπεσαν όλες μου οι αντιστάσεις -σταδιακά, βεβαίως. Στην αρχή ένιωθα σαν τον καρδιοπαθή, που βάζει το πόδι του στην παγωμένη θάλασσα. Τώρα πια όμως, έχουν μάθει όλοι επιτέλους τι ηλικία και τι βάρος έχω,   πόσο νωθρή, χαζή ή έξυπνη είμαι, τι ανοησίες με ορίζουν,   ότι έχω μια ελιά στο στήθος και ούτω καθεξής – για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα. Με τη δέουσα ποσόστοση επιδείξεων -μεταχειρίστηκα α...

ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Πρακτική φιλοσοφία Έζησα μια ζωή “πρότυπο”.   Έτσι νομίζουν όλοι. Πραγματοποίησα τα όνειρα που άλλοι έκαναν για μένα.   Δούλεψα σκληρά και κέρδισα χρήματα για να μη μου λείψει τίποτε.   Δεν υπέκυψα σε συναισθηματισμούς και τέτοιου είδους ανοησίες.   Πρυτάνευε πάντα η λογική μου. Και έβρισκα πάντα τον τρόπο να αποφεύγω τις συγκρούσεις, προσπερνώντας τις λεπτομέρειες.   Κατάφερα να μείνω σταθερός στη συνήθεια και τις θέσεις μου.   Δεν άλλαξα για κανέναν λόγο.   Και όλα τα παραπάνω ήταν επιλογή μου. Δεν επέλεξα ωστόσο την αρρώστια και τώρα το θάνατο. Στην αρχή φοβήθηκα.   Ύστερα θύμωσα.   Πνίγηκα μέσα στη θλίψη. Αρνήθηκα τα πάντα. Τώρα πια νιώθω την πολυπόθητη αποδοχή.   Γαλήνεψα, μελετώντας τον θάνατο, τον δικό μου τον θάνατο. Ο καθένας γίνεται σοφός στο κρεβάτι του θανάτου. Λέω, λοιπόν, σε όποιον ενδιαφέρεται να ακούσει πως   έζησα μια ζωή πρότυπο προς αποφυγήν. Ποτέ δεν ...

ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΙΓΜΑΤΟΣ

Εικόνα
Θεωρία του αγγίγματος Από τη σειρά Η μητέρα της μητέρας μου Αλέξανδρος Αλεκίδης Ο χρόνος είναι ντυμένος με ρούχα σκοτεινά. Κρατάει το ρυθμό. Μετράει τις επαναλήψεις. Πόσες λἐξεις προ(σ)φέρουν τα χέρια το κάθε λεπτό; Πόσες σκέψεις τα αλλοιώνουν την κάθε μέρα; Πολύτροπα, σε κίνηση διαρκή, σε κίνηση χαρακτηριστική, προσπαθούν να ξεγελάσουν τη μοίρα. Ψυθυρίζουν γλυκά, μιλούν ασταμάτητα, κραυγάζουν απότομα. Οι κινήσεις τους ακτινοβολούν το ήθος μιας ζωής, τη ρευστή ιδιότητα του σκέπτεσθαι. Ανεπαίσθητες, διαδοχικές, γελοίες, αρμονικές, διέπονται από νόμους. Κι ας φαίνονται αυθόρμητες. Το μεγαλείο, η ευστροφία, η εμβέλεια της σκέψης αποκαλύπτονται από την εγκράτειά τους. Τα χέρια πλέκονται και ξεπλέκεται ο νους, νήμα που πάει ανάποδα στο χρόνο.   Β.Κ.

Μαργαρίτες

Εικόνα
Αλέξανδρος Αλεκίδης Άτιτλο Από τη σειρά Ημητέρα της μητέρας μου 2017 Άφηνε πάντα τη βρύση να τρέξει λίγο. Ήθελε να είναι το νερό δροσερό. Σήκωσε ψηλά το ποτήρι. Το κοίταξε στο φως. Άστραφτε από καθαριότητα. Το γέμισε. Προχώρησε αργά προς το τραπέζι της κουζίνας. Άγγιξε απαλά το λινό τραπεζομάντηλο, διορθώνοντας μια μικρή λεπτομέρεια στην εφαρμογή. Κάθισε, αφήνοντας έναν ανάλαφρο αναστεναγμό. Φόρεσε τα γυαλιά της, εκείνα που έχει για να βλέπει κοντά. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο κέντημα. Χαμογέλασε. Δε χρειαζόταν γυαλιά, τότε, που το κέντησε. Το χάιδεψε τρυφερά σαν να ήταν κάτι ζωντανό κι ύστερα έφτιαξε με τα χάπια της ημέρας, λίγο πριν τα πιει, ένα λουλούδι. Μια μισομαδημένη μαργαρίτα… Β. Καρτάλου

Η ζωή και ο θάνατος ενός άρρενος σώματος

Ήταν ηλιόλουστο το απόγευμα εκείνο. Ιούνιος. Ο καλοκαιρινός ήλιος εισέβαλε με θράσος από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες του ρετιρέ. Έβαφε κίτρινο τον τοίχο με τις παλιές γκραβούρες. Δίπλα απλωνόταν η βιβλιοθήκη του, σφίγγοντας στα ράφια της βιβλία κάθε μεγέθους. Μεγάλους δερματόδετους τόμους, μικρότερους δερματόδετους τόμους, συγγράμματα, όλα τα τεύχη του “Νομικού Βήματος” -στο οποίο ακόμη πλήρωνε τη συνδρομή- και άπειρα μικρά βιβλιαράκια σφηνωμένα σε κάθε ελεύθερο χώρο που απέμενε ανάμεσά τους. Κάποια ξεχείλιζαν προς το πάτωμα και προς τα διπλανά έπιπλα λες και ήταν ένας ζωντανός οργανισμός που αναπτύσσεται σιωπηλά και σταθερά. Ένα αναρριχητικό φυτό από φύλλα χαρτοπολτού που εξακολουθούσε να ζει μεταλλαγμένο. Πάντα της άρεσε αυτό το σπίτι. Ευρύχωρο και ηλιόλουστο. Το είχε εγκαταλείψει με πόνο, όταν, γυρίζοντας απρόοπτα από ένα της ταξίδι στο Παρίσι, τον έπιασε εμμανώς παραδομένο στην κλινοπάλη με τη νεαρή γραμματέα του. Έφυγε. Χάραξε   άλλο δρόμο στη ζωή της. Παράλληλο. Ο Μ...

Το (γ)ράψιμο

“Το (γ)ράψιμο” ΘΑ ΣΕ ξεχάσω σύντομα, αγάπη μου γλυκειά, γι᾽ αυτό θα σε ντύσω με λόγια γραμμένα, ραμμένα με κλωστή από την καρδιά. Σε ύφασμα πολύτιμο καρφιτσωμένα. Προτού ξεχάσω, ή πεθάνω, ή πάω παραπέρα, θα κόβω, θα ράβω, θα σβήνω, θα γράφω, ακούραστα, νύχτα και μέρα. Ρούχο να παραδώσω στον τυπογράφο. Θα σε ξεχάσω, όπως είπα, όμως όσο θα μένω, ξάγρυπνα θα κρατάω ψαλίδια και βελόνια, να μην κρατήσω το στόμα μου ραμμένο. Ψεύτικη τσέπη σε παντελόνια. Θα σου τάξω τον όρκο μου τον πιο λατρεμένο , πουκάμισο σωσίβιο να φοράς,   με κουμπιά γερά στερεωμένο. Μαγνήτης σε καρφίτσες της χαράς. Τρυπιέμαι που ράβω χωρίς δαχτυλήθρα, μελάνι λεκιάζει το άσπρο χαρτί, κεντώντας τις λέξεις ρανίδα ρανίδα. Μετράω, να βγούνε οι πόντοι σωστοί. Αλήθεια, η αγάπη θα ήθελα να ζούσε πιο πολύ , κι εγώ στο (γ)ράψιμο να ήμουν πιο καλή. Δεν έμαθα να παίρνω· μόνο να δίνω. Δεν έμαθα να γράφω· μόνο να σβήνω. Συνομιλία με το Sonnet IV της Edna St. Vi...

ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Ταπεινός Παράδεισος […] οἷσθ᾽ ὃτι ποίησίς ἐστί τι πολύ• Πλάτων, Συμπόσιον , 205b8 “Είπες πως είναι κάτι παρόμοιο. Πως κάθε δημιουργία είναι ποίηση”. Μα εγώ δε σε πίστεψα, Διοτίμα.   Τρυπούσε το μυαλό μου ένα ψέμα που με βοηθούσε να ζω. Μετρούσα τις λέξεις, στήνοντας το αυτί μου στην κρυφή τους μουσική. Έλεγα πως δεν υπάρχει άλλος έρωτας σαν τον δικό μου• έρωτας που σου χτυπάει ρυθμικά το μυαλό τα μεσάνυχτα. Έλεγα πως μόνο ο ποιητής έχει το δικαίωμα να γεννάει από το τίποτα. Άλλος κανείς. Κι όμως, τώρα βλέπω μπροστά μου ζωγραφισμένη τη γυναικεία σοφία σου.   Βλέπω να ανθίζει μέσ᾽ στο χειμώνα ένας μαύρος κάμπος, να γεμίζει με άνθη πυροτεχνήματα και φύλλα σκουροπράσινα. Ασάλευτα βουνά πρασινίζουν, ποτάμια κυλούν ανάμεσα σε βαθιά χωράφια, ελάφια στέκονται άφοβα, πολύχρωμα πουλιά… Ένας παράδεισος ταπεινός κάτω από τα πόδια μου. Ιστορεί μιαν άλλη Άνοιξη που αντιπαλεύει, χαμογελώντας, τα ανωφέλητα χτυπήματα των Χειμώνων,   ...

PEASANT ART

Εικόνα
Έργα χειρών, έργα τέχνης Ιστορίες δεν αφηγούνται μόνο τα λόγια. Αφηγούνται και τα έργα. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Πολύχρωμο φόντο για γεγονότα σταθμούς στην πορεία της   ζωής. Η γέννηση, ο γάμος, ο καθημερινός μόχθος, η χαρά και ο πόνος. Υπάρχει για όλα το κατάλληλο “ένδυμα”. Μαντανίες, κουποτά σεντόνια, κοφτά ασπρόρουχα, κοπανέλια, δαντέλες, ριζοβελονιές, ανεβατά κεντητά… Τεχνικές και σχέδια που έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαιότητα. Αντικείμενα που κραυγάζουν την αγάπη για τη ζωή, ακόμα και σε συνθήκες πιεστικές και εποχές δύσκολες. Υφές που μαρτυρούν τη δεξιοτεχνία και το μεράκι. Αποχρώσεις που μεταφέρουν τον απόηχο από το τραγούδι των κοριτσιών: Το κέντημα είναι γλέντημα, η ρόκα είναι σεργιάνι μα αυτός ο έρμος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη… Εργόχειρα . Έργα χειρών. Έργα τέχνης. Έργα σαν αυτά φέρουν τη σφραγίδα της κλίμακας αξιών που χαρακτηρίζει την Ελληνική κοινωνία και αποτυπώνουν τη δύναμη που έχει το αίσθημα της κοινότητας. Απλά, ανεπιτήδευτα, αυθεντικ...

SPLEEN...

Εικόνα
Spleen Δεν ήθελε να τον κερδίσει εκείνον τον αγώνα! Δεν κουράστηκε να προσπαθεί. Ούτε απελπίστηκε να περιμένει. Όχι. Είχε μεγάλα αποθέματα δύναμης και υπομονής. Αλλά, αισθάνθηκε μέσα της την απόλυτη παρουσία του Κακού να της δηλητηριάζει την ψυχή και να τη σπρώχνει σε μια απύθμενη άβυσσο. Έπρεπε να επιλέξει. Ή θα έπεφτε στην άβυσσο ή θα έκανε πίσω. Ημίκακη δεν μπορούσε να είναι -δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από το να είναι κανείς στη μέση. Ποτέ δεν της άρεσαν τα ημί… Τον κοίταξε ξανά με εκείνο το σκοτεινό της βλέμμα, μέσα στην αλήθεια του. Δεν ήταν μόνος. Δεν ήταν ξεκομμένος. Ανήκε σε έναν άλλο κόσμο.   Αν τον κέρδιζε, θα έχανε τον εαυτό της. Αφοπλίστηκε. Σαν τον κυνηγό, που έχει το θήραμα ολοκάθαρα στο στόχο του, αλλά το αφήνει να φύγει. Το βλέπει μέσα στο φυσικό του χώρο, όμορφο, ζωντανό, ευτυχισμένο. Το θαυμάζει. Το λυπάται. Μπαίνει στη θέση του. Και πετάει το όπλο.  

Ο "ΚΥΚΛΟΣ" ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ

Εικόνα
Ίχνη από τον “κύκλο” των Κυκλάδων Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, όπως δηλώνει με απλό και σαφή τρόπο ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος. Και συνεχίζει: Μερικοί κάτι βλέπουν και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν . Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε, ψάχνουνε για το κλειδί, φτιάχνουν αντικλείδια, προσπαθούν. Μάταια. Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ. Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια. (Τα Αντικλείδια, 1988) Υπάρχουν τόποι που μας αγγίζουν βαθιά. Είναι τόποι ιεροί. Πλησιάζουν την περιοχή της Ιδέας. Οι Κυκλάδες είναι ένας τέτοιος τόπος. Ένας τόπος” της καρδιάς. Ιδανικές ερωμένες. Μαγεύουν. Προκαλούν τα μάτια να βουτήξουν στα χρώματά τους, το νου να μαθητεύσει στη γεωμετρία τους, την ψυχή να σπουδάσει στην απλότητά τους. Είναι μια “πόρτα” ανοιχτή. Όλοι κοιτάζουν μέσα. Κάποιοι πλησιάζουν περισσότερο. Η πόρτα τότε κλείνει ερμητικά. Το κλειδί χαμένο.   Εραστές σε δοκιμασία οι φωτογράφοι. Περιπλανώνται. Βλέπουν. Περιμένουν την κατάλ...

ΟΡΚΟΙ ΣΙΩΠΗΣ

Εικόνα
Είχε την απόλυτη βεβαιότητα πως δε θα ξεχνούσε ποτέ. “Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει κανείς κάτι τέτοιο;” Κι όμως, ξέχασε εντελώς. Μόνο το γεγονός, όχι τα συναισθήματα. Έσκαψε ένα πηγάδι. Κρύφτηκε. Έδινε όρκους σιωπής και τους έσπαγε δύσκολα. Όλοι έλεγαν για εκείνη, “δύσκολη περίπτωση!” Απέφευγε τα αγγίγματα και τα χαμόγελα. Έμεινε στο πηγάδι για καιρό. Της άρεσε. Ξέχασε πως το έφτιαξε μόνη της. Αναρωτιόταν συχνά   πως βρέθηκε εκεί μέσα. Ήξερε πως δεν ήταν φτιαγμένη να κατοικεί σε πηγάδια. Ούτε εκ περιτροπής. Κάποιες φορές, αποφάσιζε να αναδυθεί προς την επιφάνεια. Γλυστρούσε. Κι όταν κατάφερε τελικά να βγει, δεν απομακρύνθηκε πολύ από την περίμετρο του πηγαδιού. Πάντα την καλούσε η σκοτεινή του γοητεία. Άρχισε να μπαινοβγαίνει. Σταθερότης μηδέν!   Ένιωθε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Απελπίστηκε. Και τότε, βγήκε από μέσα της μια κραυγή. Συντονίστηκε όλη της η ύπαρξη. Θυμήθηκε. Κι άρχισε να διηγείται φωναχτά την ιστορία της. Στο όνομα των σιωπηλών κακοποιημένων κοριτ...

ΦΟΡΕΜΑΤΑ

Εικόνα
Περπατούσε άσκοπα απόψε. Η πόλη σιωπούσε μουσκεμένη. Σα βρεγμένη γάτα. Βράδυ Κυριακής. Το ψιλόβροχο ήταν ευλογία. Δρόσιζε δέρμα και μυαλό. Αυτό, καιρό τώρα αφυδατωνόταν. Σφουγγάρι κρεμασμένο στον ήλιο. Το πότιζε συστηματικά με οινόπνευμα, μέχρι να καταφέρει να το αποστειρώσει από κάθε σκέψη. Κινήθηκε σαν έντομο, σε μια φωτισμένη βιτρίνα. “Το μαύρο ξανά στη μόδα”. Πλησίασε. Οι τιμές, απλησίαστες. Το τζάμι αντανακλούσε την εικόνας της. Αντίδωρο για τη “μετάνοια” που έκανε μπροστά του. Τρόμαξε. Φορούσε ένα ρούχο δανεικό. Το δοκίμασε βιαστικά χωρίς να βγάλει εκείνο που φορούσε. “Θα το δοκιμάσω”, σκέφτηκε. “Μόνο για να διαπιστώσω αν μου ταιριάζει!” Mύριζε κλεισούρα. Κάπως μεγάλο. Της άρεσε, όμως. “Πειράζει να το κρατήσω για λίγο;   Και το κράτησε. Έτσι, φορεμένο πρόχειρα. Άρχισε να χώνει τα χέρια στις τσέπες και στα κρυφά τσεπάκια. Άφηνε μέσα εισιτήρια και αποδείξεις. Ενθύμια ευτυχίας ιδανικής. Δανεικής κι αγύριστης. Μα τί έκανε; “Άνθρωποι σαν κι εκείνη, τί τα χρει...

ASPECTS OF MYSELF

Εικόνα
  “Quite” does not suit me. Which is why I don’t like   watered ouzo family cars sweet-talk and excuses. “Too much” does suit me. That’s why I sample spicy food, frequent crowded places, cherish passions and dreams. I also like “not at all”. Which is why I like black straight coffee, minimalism, little talk and being alone.  

ΜΙΑ "ΠΑΡΙΖΙΑΝΑ" ΣΤΑ ΑΝΑΦΙΩΤΙΚΑ

Εικόνα
Κουράστηκε. Αιώνες … ορθοστασίας! Έλυσε τον ιερό κόμβο. Έβγαλε το κόκκινο κραγιόν κι έβαλε κάτι πρόχειρο. Βγήκε από την τοιχογραφία. Κάθησε λίγο να ξεκουραστεί. Ακούμπησε στην ώχρα της Κνωσσού. Γύρισε το βλέμμα κι αντίκρυσε τον ουρανό της Αθήνας. Τον ήλιο της, που μιλάει μια γλώσσα φτιαγμένη μόνο από επίθετα. Του χαμογέλασε. Τον άφησε να εισχωρήσει μέσα της. Φλογερός εραστής! Τη ζωντάνεψε με τα χάδια του. Την ελευθέρωσε. Ορκίστηκε, όμως, να γυρνάει με τη λιακάδα στον ιερό της τοίχο και να ακουμπάει για λίγο εκεί. Μια “Παριζιάνα” στ᾽ Αναφιώτικα. Grew weary. Centuries of standing! Loosened the sacred knot. Removed the red lipstick and slipped into something casual. Stepped out of the wall painting and sat down to rest for a while. Leaned against the ochre of Knossos. Turned around and faced the Athens sky. her sun, speaking a language solely composed of adjectives. She smiled at him. Let him penetrate her being. Such a fiery lover! Revived her with his touch. Set her free....

ΜΕ ΤΗ ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ

Εικόνα
Ιούνιος. Κοντεύει μεσημέρι. Λιγοστεύουν οι ίσκιοι. Λιγοστεύουν και τα βήματα στο ανηφορικό πλακόστρωτο.   Η ανάσα βαραίνει. Τα χέρια ιδρώνουν. Απομακρύνονται. Αν κουράστηκες, κάνουμε ένα γρήγορο γύρο με το τρενάκι… Σαν παιχνίδι παιδικό φαίνεται.   Προτιμάς μια βόλτα με την άμαξα; Σαν παραμύθι. Δεν έχω ανέβει ποτέ.   Πόσο κάνει; Ω! Ακριβά…όπως όλα τα διατηρητέα.   Ας περπατήσουμε καλύτερα. Αντέχω. Περιπατητές. Με το δικό τους ρυθμό θα μετρήσουν τα όριά τους και τα όρια της πόλης. Το περπάτημα θα τους μυήσει στο μύθο της Αθήνας. Σα να συμμετείχαν σε τελετουργική πομπή, θα τους αποκαλυφθούν σταδιακά τα σημάδια, οι οπτικές αξίες, οι αληθινοί ήρωες. Αν επιθυμούν, μπορούν να   κοινωνήσουν την ουσία, την   αντανάκλαση του εσωτερικού δυναμισμού της. Το περπάτημα θα τους προσφέρει την απόλυτη ελευθερία του παιχνιδιού. Θέτει, ωστόσο, έναν και μοναδικό κανόνα. Τη βραδύτητα. June. Noon closing in. Falling short of shade. Steps goi...

ΕΝ ΑΡΧΗ Η ΔΡΑΣΗ

Εικόνα
Εν αρχή δεν είναι ο λόγος. Είναι η δράση. Κάπου κρυμμένη, μια αόρατη ορχήστρα, παίζει ένα ζωηρό εμβατήριο. Δίνει τον τόνο στην ασυνάρτητη παρέλαση. Δίνει το ρυθμό στη χορογραφία του μόχθου, της ανεμελιάς, της ματαιοδοξίας. Όλοι συντονισμένοι. Στο ίδιο βήμα. Χαράζουν τα σχήματα μιας γεωμετρίας της καθημερινότητας πάνω στο τετράγωνο της μεγάλης πλατείας. Ευθύγραμμα τμήματα, τρίγωνα, κύκλους…Αφήνουν τα σημάδια τους περπατώντας. Μπορούμε να φανταστούμε το φαινομενικά ασυνάρτητο γράφημα. Ένας αχανής, αόρατος πίνακας του Πόλλοκ, φτιαγμένος από ίχνη ανθρώπινων βημάτων. Χωρίς αρχή και τέλος. Ο τελευταίος έχει το προβάδισμα. In the beginning are not words. There is action. Hidden somewhere, an invisible band plays a brisk march. Giving pace to the discordant parade. Giving rhythm to the choreography of toil, of nonchalance, of vanity. All tuned. to the same pace. Carving the shapes of a strange everyday-life geometry onto the square of the big plaza. Straight lines, triangles, ...